ιλαρχία

ιλαρχία
η см. ίλη

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "ιλαρχία" в других словарях:

  • ἰλαρχία — ἰλαρχίᾱ , ἰλαρχία contingent of eight elephants fem nom/voc/acc dual ἰλαρχίᾱ , ἰλαρχία contingent of eight elephants fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ιλαρχία — ἰλαρχία, ἡ (Α) [ίλαρχος] ίλη οκτώ ελεφάντων …   Dictionary of Greek

  • ἰλαρχίαις — ἰλαρχία contingent of eight elephants fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ημιλαρχία — η στρ. μονάδα τού ελληνικού ιππικού στο παρελθόν, δύναμη ίση προς μισή ίλη. [ΕΤΥΜΟΛ. < ημι * + ιλαρχία. Η λ. μαρτυρείται από το 1847 στον Γρηγ. Αλ. Χαντσερή] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»